Η νέα, αντιδραστική κυβέρνηση της Σουηδίας και ο τρόπος με τον οποίο εκλέχθηκε

Οι τελευταίες σουηδικές εκλογές επέφεραν την άνοδο του ακροδεξιού κόμματος των Σουηδών Δημοκρατών (το οποίο επικεντρώθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στη μετανάστευση και το δόγμα νόμος και τάξη) αλλά και την πτώση της αριστερής κυβέρνησης. Από τη συνέντευξη του Έρικ Άντερσον, μέλους του Αριστερού Κόμματος Σουηδίας, στον Βόιτσεχ Λομποτζίνσκι.

Ο Erik Anderson είναι μέλος του Αριστερού Κόμματος της Σουηδίας και συμμετείχε στην ηγεσία της προεκλογικής εκστρατείας στο Vantör, στα νότια περίχωρα της Στοκχόλμης.

Βόιτσεχ Λομποτζίνσκι: Ποιο ήταν το πλαίσιο των πρόσφατων σουηδικών εκλογών; Αποτέλεσαν όντως έναν πολιτικό σεισμό; Τι οδήγησε στα αποτελέσματα που συγκλόνισαν την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη;

Έρικ Άντερσον: Υπόβαθρο του πρόσφατου εκλογικού αποτελέσματος ήταν τα αποτελέσματα των  εκλογών του 2018 που οδήγησαν σε μια πολύ αδύναμη κυβέρνηση από τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους, η οποία στηριζόταν στην αποδοχή από το Αριστερό Κόμμα, το Κόμμα του Κέντρου και τους Φιλελεύθερους. Οι Σοσιαλδημοκράτες υποχώρησαν προκειμένου να κατευνάσουν το Κεντρώο Κόμμα και τους Φιλελεύθερους, που είναι και τα δυο δεξιά κόμματα. Παρότι το Κόμμα του Κέντρου έχει εκφράσει την αντίθεσή του στον ρατσισμό και στους Σουηδούς Δημοκράτες, είναι ένα νεοφιλελεύθερο κόμμα του οποίου ο ηγέτης θαυμάζει πολύ τη Μάργκαρετ Θάτσερ και την Άυν Ραντ. Όσον αφορά τους Φιλελεύθερους, τα τελευταία χρόνια έχουν διασπαστεί σε δύο παρατάξεις, η μια εκ των οποίων είναι σοσιαλφιλελεύθερη.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία συζητήθηκε καθόλου σε αυτές τις εκλογές; Το θέμα της ένταξης στο ΝΑΤΟ αμφισβητήθηκε ή συζητήθηκε καθόλου; 

Όχι πραγματικά. Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση έκανε μια πολύ συνειδητή (και ως επί το πλείστον επιτυχημένη) προσπάθεια να θάψει το ζήτημα εγκαίρως πριν από τις εκλογές. Παρότι ο Ερντογάν συνέχισε να θορυβεί και να διαμαρτύρεται απαιτώντας να παραδοθούν στην Τουρκία οι Κούρδοι ακτιβιστές, το ζήτημα θεωρείται σε μεγάλο βαθμό λήξαν. Επιπλέον, υπάρχει μια πολύ ευρεία κοινοβουλευτική στήριξη στην ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, με μόνο το Αριστερό Κόμμα και το Κόμμα των Πρασίνων να βρίσκονται στην αντιπολίτευση. Ο κόσμος γνωρίζει ότι, ειδικά το Κόμμα της Αριστεράς, αντιτίθεται στην ένταξη στο ΝΑΤΟ και δεν είναι κάτι που προσπαθεί να κρύψει, αλλά το θέμα δεν ήταν στην πρώτη γραμμή της προεκλογικής καμπάνιας. Με την πάροδο του χρόνου, η εστίαση από το Αριστερό Κόμμα επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στην αντίθεση στην έκδοση των Κούρδων ακτιβιστών.

Ποια ήταν η κύρια δύναμη πίσω από την εκστρατεία των Σουηδών Δημοκρατών;

 

Οι Σουηδοί Δημοκράτες επικεντρώνονται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη μετανάστευση και τον νόμο και την τάξη.

 

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών πριν από την ενεργειακή κρίση, οι Σουηδοί Δημοκράτες μαζί με την υπόλοιπη Δεξιά πρόσθεσαν στο ρεπερτόριό τους και τον λαϊκισμό για την ενέργεια. Προσπάθησαν να παρουσιάσουν την Αριστερά και τους περιβαλλοντολόγους ως απειλή για τους «απλούς σκληρά εργαζόμενους πολίτες που έχουν στην ιδιοκτησία τους μια κατοικία και ένα αυτοκίνητο». Απευθύνονταν στους χειρώνακτες εργάτες της υπαίθρου, οι περισσότεροι από τους οποίους ζουν σε μονοκατοικίες, ενώ πολλοί εξαρτώνται από τη χρήση αυτοκινήτου.

Έχουν κανονικοποιήσει την πολιτική τους εικόνα τα τελευταία χρόνια, όπως η Μελόνι στην Ιταλία, ή η Λεπέν στη Γαλλία;

Μάλλον τα υπόλοιπα δεξιά κόμματα είναι αυτά που κινήθηκαν όλο και πιο κοντά στην πολιτική γραμμή των Σουηδών Δημοκρατών τα δυο τελευταία χρόνια. Η μεγάλη αλλαγή είχε επέλθει λίγα χρόνια πριν, όταν οι Σουηδοί Δημοκράτες συναντήθηκαν με τη σουηδική ένωση εργοδοτών και εγκατέλειψαν ορισμένες από τις λιγότερο δεξιές θέσεις τους, όπως η προηγούμενη αντίθεσή τους στην ιδιωτική κερδοσκοπία στον τομέα του κράτους πρόνοιας.

Στα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα, τοποθετούνταν κάπου στη μέση του φάσματος, χρησιμοποιώντας μια μορφή προνοιακού λαϊκισμού, λέγοντας: «Και γιατί να μη φροντίζουμε πρώτα τους δικούς μας;». Με την πάροδο του χρόνου, μετατοπίστηκαν σε μια ιδεολογική γραμμή που κυριαρχείται όλο και περισσότερο από τον νόμο και την τάξη, παρουσιάζοντας τη χώρα ως εν μέσω κατάρρευσης και εμφυλίου πολέμου.

Θα έλεγα ότι τουλάχιστον τα 2/3 της προεκλογικής εκστρατείας της Δεξιάς στηρίχθηκαν σε αυτό. Είναι ένα από τα λίγα δυνατά χαρτιά τους, γιατί οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές έχουν απαξιωθεί πλήρως.

Ποια ήταν η απάντηση της Αριστεράς;

Το Αριστερό Κόμμα δυσκολεύτηκε να επηρεάσει την ατζέντα και, επιπλέον, βίωσε μια προεκλογική περίοδο που μαστιζόταν από εσωτερικές συγκρούσεις, εν μέρει για το πώς θα πρέπει να χειριστεί τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά κυρίως, για το πώς θα αντιμετωπίσει τα περιβαλλοντικά ζητήματα σε εποχή κρίσης.

Όταν οι τιμές της βενζίνης άρχισαν να εκτοξεύονται, η ηγεσία του κόμματος υποστήριξε με έναν αμφιλεγόμενο τρόπο την επιβολή πλαφόν στις τιμές της βενζίνης και υπέβαλε πρόταση για μια δραστική μείωση στην τιμή των λογαριασμών του ηλεκτρικού ρεύματος. Ειδικά το ζήτημα των τιμών της βενζίνης, προκάλεσε πολλές εσωτερικές επικρίσεις και συνδυάστηκε με την αντίληψη ότι το κόμμα υποβαθμίζει τις περιβαλλοντικές του πολιτικές και καταβάλει μια φθηνή προσπάθεια προκειμένου να κερδίσει τους  συντηρητικούς ψηφοφόρους της υπαίθρου.

Αυτό αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης τάσης όπου οι ταξικές διαιρέσεις  αντικαθίστανται από διακρίσεις εντός της εργατικής τάξης με την ευρεία έννοια, μεταξύ των «Σουηδών» και των «μεταναστών», αλλά και μεταξύ της «μεσαίας τάξης των αστικών κέντρων» και της «παραδοσιακής εργατικής τάξης της υπαίθρου». Πρόκειται για μια μορφή πολιτισμικού πολέμου, όπως συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες.

Η ηγεσία του κόμματος υποστήριξε ότι είχε τις πιο ριζοσπαστικές πολιτικές προτάσεις κατά της κλιματικής αλλαγής από ποτέ άλλοτε, αλλά ότι χρειάζεται μια μετατόπιση της εστίασης από τις ατομικές στις συλλογικές λύσεις. Αυτό προκάλεσε πολλές συγκρούσεις που θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπιστεί με πιο εποικοδομητικό τρόπο, ανοίγοντας τον δρόμο σε πολιτικές που μπορούν να ενώσουν, τόσο τα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο, όσο και την εργατική τάξη με την ευρεία έννοια. Αντίθετα, οι συγκρούσεις στο εσωτερικό του Αριστερού Κόμματος συνέβαλαν στη νίκη της Δεξιάς.

Ποια ήταν η συμμετοχή των συνδικάτων στην πολιτική εκστρατεία; 

Δυστυχώς, ήταν σε μεγάλο βαθμό αόρατα. Τα εργατικά συνδικάτα (LO) μαστίζονται από διασπάσεις και δυσαρέσκεια, από τότε που η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση τα ανάγκασε να συμμετέχουν σε μια διαδικασία που οδήγησε σε μερικές από τις μεγαλύτερες αλλαγές που έγιναν στο σουηδικό εργατικό Δίκαιο, από τον καιρό των προοδευτικών αλλαγών της δεκαετίας του ’70. Τα συνδικάτα των μεταλλουργών και των δημοτικών υπαλλήλων υπέγραψαν μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη συμφωνία με την ένωση των εργοδοτών, η οποία κατέλυσε τον συντονισμό των εργατικών συνδικάτων. Το συνδικάτο των μεταλλουργών το έπραξε κυρίως γιατί έχει μια ηγεσία πολύ «ρεαλιστική», ενώ το συνδικάτο των δημοτικών εργαζομένων επειδή έχουν πολύ κακές συνθήκες εργασίας και θεώρησαν ότι οι ελάχιστες παραχωρήσεις που κέρδισαν άξιζαν τον κόπο.

Όλη αυτή η διαδικασία οδήγησε διάφορα συνδικάτα σε σύγκρουση, αντανακλώντας τις διαφορές που χαρακτηρίζουν τις συνθήκες εργασίας του κάθε κλάδου, καθώς και τη διαφορετική μαχητικότητα των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Όπως συμβαίνει συνήθως, στο τέλος της διαδικασίας, ο πρόεδρος της ένωσης δημοτικών εργαζομένων έγινε γραμματέας (ανώτατος εσωτερικός οργανωτικός αξιωματούχος) του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Στην πραγματικότητα, αυτό παρέλυσε το συνδικαλιστικό κίνημα ως ενιαίο παράγοντα της πολιτικής διαδικασίας.

Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε αν η δραματική αλλαγή της κοινοβουλευτικής σύνθεσης επηρεάσει τη στρατηγική του συνδικαλιστικού κινήματος, το οποίο πλήρωσε αρνητικά την αφοσίωσή του στην ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Ταυτόχρονα, υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία να οδηγήσει σε περαιτέρω συγκρούσεις εντός του συνδικαλιστικού κινήματος, οι οποίες όμως, ενδέχεται και να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση μιας επερχόμενης επίθεσης από τους εργοδότες και τη Δεξιά. Ενδέχεται όμως, και να αποδυναμώσουν τη συνοχή του συνδικαλιστικού κινήματος.

Ποιες είναι οι κύριες διασπάσεις της σουηδικής Αριστεράς, οι κύριες διαφορές που χαρακτηρίζουν αυτή την πλευρά του πολιτικού φάσματος;

Ένα ζήτημα που συζητήθηκε πολύ, αφορά την αντίθεση μεταξύ της λεγόμενης «μεσαίας τάξης των πόλεων» και της «παραδοσιακής εργατικής τάξης στην περιφέρεια των μεγάλων πόλεων». Κατά τη γνώμη μου, η συζήτηση αυτή στηρίζεται σε όχι γόνιμες διαχωριστικές γραμμές και σε κάποιο βαθμό σύγχυσης.

Καταρχάς, γίνεται η λανθασμένη υπόθεση ότι οι αστοί ψηφοφόροι της Αριστεράς είναι συνώνυμοι της «μεσαίας τάξης». Ζω στα νότια προάστια της Στοκχόλμης, περιοχή που κατοικείται τόσο από «Σουηδούς» όσο και από «μετανάστες», από εργάτες και υπαλλήλους, από τη μεσαία τάξη αλλά και από φτωχούς. Οι Σοσιαλδημοκράτες έλαβαν περίπου 35% στις δημοτικές εκλογές, ενώ το Κόμμα της Αριστεράς 24%, με ακόμη μεγαλύτερη απήχηση σε κάποιες περιοχές που απέχουν πολύ από το να είναι ευκατάστατες.

Η Αριστερά των πόλεων έχει προκαταλήψεις για τους εργάτες της υπαίθρου και, σε ένα βαθμό, αρνείται να δεχτεί την πραγματικότητα στην οποία ζουν, δηλαδή, το ότι συχνά ζουν σε μονοκατοικίες και έχουν αυτοκίνητο.

Εάν το ερώτημα είναι αν θα «πρέπει να ποντάρουμε στους ψηφοφόρους των πόλεων ή σε όσους ζουν εκτός των μεγάλων πόλεων», η απάντηση πρέπει να είναι κατηγορηματικά «Ναι, ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΥΟ». Πρέπει να βρούμε μια προσέγγιση που να ενώνει και να κινητοποιεί τον κόσμο, αντί να τον διχάζει και να τον απομακρύνει από την πολιτική.

Πώς αντέδρασε η κοινωνία των πολιτών μετά το εκλογικό αποτέλεσμα των Σουηδών Δημοκρατών;

Ένιωσε απογοήτευση, κάποιοι θα έλεγαν ακόμη και «θλίψη» ή τρόμο. Υπάρχει η αίσθηση ότι τελειώνουν οι ψευδαισθήσεις ότι είμαστε απρόσβλητοι από τις ευρύτερες εξελίξεις που συμβαίνουν σε όλο τον κόσμο. Αποδεχόμαστε σταδιακά αυτή τη νέα πραγματικότητα και αρχίζουμε να σχεδιάζουμε την αντεπίθεση και τον τρόπο να την οργανώσουμε πιο αποτελεσματικά.

Θα σχηματιστεί μια κυβέρνηση μειοψηφίας ή θα συμμετέχουν σε αυτήν και οι Σουηδοί Δημοκράτες; 

Στις 15 Οκτωβρίου ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων μεταξύ των τριών «παραδοσιακών» δεξιών κομμάτων και των Σουηδών Δημοκρατών. Οι Σουηδοί Δημοκράτες δεν θα διαθέτουν υπουργούς στην κυβέρνηση, αλλά θα έχουν ένα «συντονιστικό γραφείο» μέσα στο κυβερνητικό κτίριο, για να διασφαλίσουν την ενεργή συμμετοχή τους στο καθημερινό κυβερνητικό έργο. Θα αναλάβουν, επίσης, μια σειρά από υψηλές θέσεις σε κοινοβουλευτικές επιτροπές, μεταξύ των οποίων και την προεδρία των επιτροπών εξωτερικής πολιτικής, δικαιοσύνης, εργασίας και επιχειρήσεων.

Από πολιτική σκοπιά, οι Σουηδοί Δημοκράτες άφησαν το βαρύ τους αποτύπωμα στη συμφωνία, η οποία περιλαμβάνει τη δραστική μείωση των ποσοστώσεων για τους πρόσφυγες και τη μείωση της ξένης βοήθειας. 

Είναι δύσκολο να μη σκεφτούμε ότι αυτά είναι μια μορφή αποζημίωσης, για να μπορούν να λένε: «κρατήσαμε τους Σουηδούς Δημοκράτες έξω από την κυβέρνηση». Αυτό δείχνει ότι είναι άστοχο να επικεντρωνόμαστε μόνο στο αν θα «συνεργαστούν», ή θα «συνομιλούν», ή θα «κυβερνήσουν» με τους Σουηδούς Δημοκράτες.

Η ουσία είναι οι πολιτικές, που είναι απολύτως αντιδραστικές. Είναι ένας τρόπος για να καμουφλάρουν τις πραγματικές διαχωριστικές γραμμές της κοινωνίας και τις αντεργατικές πολιτικές της Δεξιάς.

Ποια είναι η κατάσταση αυτού που αποκαλούμε σκανδιναβικό κράτος πρόνοιας; Διατρέχει κίνδυνο μετά τα εκλογικά αποτελέσματα των Φιλελεύθερων και των κομμάτων της Δεξιάς;

Μπορούμε να πούμε ότι η βασική δομή του παραμένει άθικτη, αλλά είναι σαν ένα σπίτι που παρουσιάζει όλο και περισσότερες φθορές, κινδυνεύοντας να καταρρεύσει. Με την πάροδο του χρόνου, η πρόσβαση στο υφιστάμενο σύστημα κοινωνικής ασφάλειας γίνεται όλο και πιο δύσκολη και τα επιδόματα ανεργίας έχουν υποστεί περικοπές, ενώ το κόστος συμμετοχής στο ταμείο ανεργίας (το οποίο είναι απαραίτητο για τη λήψη επιδόματος) έχει εκτιναχθεί στα ύψη. Αυτό αποτελεί μέρος των γενικότερων εξελίξεων όπου όλο και περισσότεροι άνθρωποι, ιδίως μετανάστες, μένουν έξω από το σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης και εργάζονται κάτω από πολύ διαφορετικές συνθήκες από τους πιο εξασφαλισμένους εργαζόμενους και τα μέλη της μεσαίας τάξης. Αυτό, με τη σειρά του, επιτρέπει στη Δεξιά να διχάζει τον κόσμο, επιρρίπτοντας όλα τα δεινά της κοινωνίας στους πιο αδύναμους.

Αυτή τη στιγμή, οι ανησυχίες ενόψει του προσεχούς χειμώνα, με επικείμενη μια ενεργειακή κρίση, είναι μεγάλες. Με τον πληθωρισμό στο 9%, ο δημόσιος τομέας θα πρέπει να ενισχυθεί οικονομικά προκειμένου να διατηρήσει το επίπεδο των υπηρεσιών του. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η δεξιά κυβέρνηση το πράξει. Αντιθέτως, η ενεργειακή κρίση μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες περικοπές. Ειδικά αν συνδυαστεί με την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας, θα οδηγήσει σε ύφεση με υψηλή ανεργία. Αλλά κάτι τέτοιο μπορεί και να δυναμώσει την αντίσταση και να δημιουργήσει πιο γόνιμες διαχωριστικές γραμμές μέσα στην κοινωνία.

Ποια θα είναι η τύχη του κουρδικού λαού; Η Σουηδία προτίθεται να προδώσει τις αξίες της προκειμένου να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ; 

Μένει να δούμε σε ποιο βαθμό, αλλά για παράδειγμα, η Σουηδία συμφώνησε πρόσφατα να εξάγει όπλα στην Τουρκία. Όσον αφορά την απειλή έκδοσης των διωκόμενων Κούρδων, μένει επίσης να δούμε αν η νέα σουηδική κυβέρνηση θα καταφέρει να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του Ερντογάν.

Η κουρδική διασπορά της Σουηδίας είναι μεγάλη και έχει πολλές δυνατότητες κινητοποίησης, καθώς και μια σχετικά ισχυρή παρουσία στα πολιτικά κόμματα (από τα φιλελεύθερα μέχρι τα αριστερά). Για παράδειγμα, όταν η Τουρκία εισέβαλε στις κουρδικές περιοχές της Βόρειας Συρίας, 10.000 άνθρωποι με πανό του PKK διαδήλωσαν στους δρόμους της Στοκχόλμης. Ο Ερντογάν ζήτησε επανειλημμένα την απαγόρευση της χρήσης κάθε συμβόλου που συνδέεται με κουρδικές οργανώσεις, όπως για παράδειγμα το YPG και το YPJ. Κάτι τέτοιο είναι ανήκουστο για τη Σουηδία.

 

Ένα τρέχον αστείο που ακούγεται στη σουηδική Αριστερά είναι: «ο Ερντογάν είναι η τελευταία μας ελπίδα να μείνουμε έξω από το ΝΑΤΟ». Το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν θα είναι η απροθυμία της νέας σουηδικής κυβέρνησης, αλλά το αν ο Ερντογάν προβάλει απαιτήσεις που η Σουηδία δεν θα μπορεί να εκπληρώσει. Για παράδειγμα, τις προάλλες ισχυρίστηκε ότι «στο σουηδικό κοινοβούλιο υπάρχουν τρομοκράτες». Δεν είναι σαφές σε ποιους βουλευτές αναφερόταν, αλλά φυσικά η σουηδική κυβέρνηση δεν μπορεί να αποβάλλει τους βουλευτές που εκλέχθηκαν με τη λαϊκή ψήφο.

Τι διδάγματα μπορούμε να αντλήσουμε από τις τελευταίες εκλογές, για την αντιμετώπιση του δεξιού λαϊκισμού;

Καταρχάς και κυρίως, ότι δεν μπορούμε να τον νικήσουμε απλά «ενώνοντας όλες τις πολιτικές δυνάμεις που είναι ενάντια στον δεξιό λαϊκισμό», γιατί σε αυτές περιλαμβάνονται και δυνάμεις που έθρεψαν το τέρας. Αν εκκινήσουμε από αυτό, κινδυνεύουμε να προσδώσουμε μεγαλύτερη αξιοπιστία στους δεξιούς λαϊκιστές, ως  τις λαϊκές φωνές κατά του κατεστημένου.

Όπου υπάρχει η δυνατότητα να συνεργαστούμε για συγκεκριμένα ζητήματα όπως οι πολιτικές ελευθερίες, τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ, τα δικαιώματα των γυναικών κ.λπ., θα είναι φυσικά ανόητο να μην το κάνουμε, αλλά πρέπει να διατηρήσουμε μια καθαρή απόσταση από τον νεοφιλελευθερισμό.

Ωστόσο, ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες διατήρησαν τη σθεναρή αντίθεσή τους στους Σουηδούς Δημοκράτες, άρχισαν να υιοθετούν μέρος των πολιτικών τους. Σε συνδυασμό με την άρνησή τους να προτείνουν μείζονες μεταρρυθμίσεις, επέτρεψαν να κυριαρχήσουν στην προεκλογική εκστρατεία, ζητήματα απέναντι τα οποία οι Σουηδοί Δημοκράτες αισθάνονται άνετα. Πολλοί προοδευτικοί εξέφρασαν την απογοήτευσή τους για την προεκλογική εκστρατεία γενικά, καθώς δεν επικεντρώθηκε σχεδόν καθόλου σε θέματα που αφορούσαν το κράτος πρόνοιας ή τις οικονομικές πολιτικές. Και, παρότι οι Σοσιαλδημοκράτες πέτυχαν ένα αξιοπρεπές εκλογικό αποτέλεσμα (30,3%) σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκλογές, στην πραγματικότητα ήταν το δεύτερο χειρότερο ποσοστό που έλαβαν από την καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας το 1921 (το χειρότερο ήταν αυτό του 2018).

Έδιναν την εντύπωση ότι προσπαθούσαν να διεξαγάγουν την προεκλογική τους εκστρατεία χωρίς σοβαρά επεισόδια, ελπίζοντας ότι θα μπορούσαν να κερδίσουν τις εκλογές εμφανιζόμενοι ως πολιτικοί που δρουν σε θυελλώδεις καιρούς και αφήνοντας όλα τα ζητήματα σε εκκρεμότητα. Με δεδομένη την ευρεία υποστήριξη που έχει η αρχηγός του κόμματος, Μαγκνταλένα Άντερσον, η προεκλογική εκστρατεία τους πρέπει να θεωρηθεί μια χαμένη ευκαιρία. Δυστυχώς, το Κόμμα της Αριστεράς και το Κόμμα των Πρασίνων τα πήγαν ακόμη χειρότερα, με το τελευταίο να σώζεται εν μέρει από τις ψήφους υποστήριξης που έλαβε από τους ψηφοφόρους του Αριστερού Κόμματος.

Αυτό που χρειαζόταν ήταν μια συλλογική επίθεση από το εργατικό κίνημα, από τα συνδικάτα μέχρι το Σοσιαλδημοκρατικό και το Αριστερό Κόμμα, και η σύνδεσή της με τα οικολογικά και τα λοιπά κοινωνικά κινήματα. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει το θεμέλιο για τη διαμόρφωση ενός συνόλου πολιτικών και μιας προεκλογικής εκστρατείας που θα ένωναν τον κόσμο, αντί να μας καθιστά εύκολη λεία σε όσους επιθυμούν να μας διχάσουν. Ελπίζω αυτό να αποτελέσει ένα από τα διδάγματα που θα αντλήσουμε, ως κίνημα, από την ιστορική αυτή ήττα.

Πρώτη δημοσίευση στην ιστοσελίδα: Cross-border Talks.